Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

...με τους Βορριάδες




Σίγουρα αναγνώστη θα 'χεις αρχίσει ν' απορείς και να πιστεύεις πως τούτο δω το ιστολόγιο διακατέχεται από εμμονές. Τη μια "...με τους "Βορριάδες" " (http://ortsarw.blogspot.com/2009/12/blog-post.html), την άλλη "...με τους ήχους των παλιών καιρών" (http://ortsarw.blogspot.com/2010/12/blog-post.html), είναι και κομμάτι αγριευτική η φυσιογνωμία του καλλιτέχνη, "τι τον πιάνει κάθε χρόνο και ποστάρει τη φωτογραφία του" θ' αναρωτιέσαι.

Πάμε λοιπόν πάλι από την αρχή. Τα πάντα γύρω από αυτό το ιστολόγιο περιστρέφονται γύρω απ' το ταξίδι. Αυτός είναι ο σκοπός και ο λόγος ύπαρξής του (http://ortsarw.blogspot.com/2009/10/blog-post_3390.html), οι περισσότερες αναρτήσεις συνδέονται μ' αυτό και, τελοσπάντων, αυτή είναι η μούρλα και η πετριά του γράφοντα. Κι αν δεν μπορείς την ώρα που το ορέγεσαι να μπουκάρεις σ' ένα βαπόρι και να την κάνεις απ' τη Σκατόπολη της μιζέριας, της μουρτζουφλιάς, του χάους και της κατάθλιψης, αφήνεις να το κάνουν άλλοι για σένα μ' ένα τρόπο διαφορετικό για ένα ταξίδι αλλιώτικο από τ' άλλα.

Τώρα πια, με την εμπειρία των δύο προηγούμενων χρόνων, έχεις κι εσύ φίλε αναγνώστη άποψη και εικόνα για το εν λόγω μπάρκο. Ήχοι με ρυθμούς και μελωδίες από ένα διαφορετικό τόπο και χρόνο, με στίχους και φωνές νοσταλγικές, με μια δόση μελαγχολίας αλλά και μια διάθεση ανάτασης. Ανθρώποι και μορφές που σήμερα πια δε συναντάς συχνά, έχουνε μια στάση στο χώρο κι ένα βλέμμα που σε ξαφνιάζει, σε καθηλώνει, σε διαβάζει τι καπνό φουμάρεις κι ύστερα σε γδύνει. Γιατί σου λέει, αυτό είναι το ζητούμενο: βγάλε τη μάσκα, άνοιξε τα μάτια σου να δεις, με τ' αυτιά σου ν' απολαύσεις και με τη φαντασία σου να φύγεις· κι ό,τι βαραίνει και σκοτεινιάζει την ψυχή σου, σήκως με αφοβιά να το πετάξεις, να το ξεράσεις, να βγει από το μέσα σου, ν' αλαφρύνεις.

Τέτοιο είναι και φέτος το ταξίδι, ίδιες οι μέρες και ώρες αφιξοαναχώρησης, 16 του Οκτώβρη το παρθενικό. Το βαπόρι όμως άλλαξε, "Δες το αλλιώς" αυτή τη φορά, πιο εναλλακτικά, πιο ροκ. Γιατί πιο ροκ είναι οι καιροί που ζούμε.

Μόλα όλα, πρόσω αργά η αριστερή. Ο πλοίαρχος και το πλήρωμα σας καλωσορίζουν και σας εύχονται να έχετε ένα άνετο ταξίδι. Ο καιρός προβλέπεται άστατος, θυελλώδεις θα είναι οι άνεμοι, "Βορριάδες".


Μεζεδοπωλείο
«ΔΕΣ ΤΟ ΑΛΛΙΩΣ»
Από Κυριακή 16 Οκτωβρίου,
Στις 14:30
Ηρώων Πολυτεχνείου 38,
Πλατεία Βίγλας, Μελίσσια
Τηλ.:210-6139025

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Φευγιό



Πάντοτε οι τελευταίες μέρες των διακοπών είχαν αυτό το κάτι, θες μια αίσθηση ευχαρίστησης και πληρότητας των στιγμών που περισυνέλλεξες συνοδευόμενη από την απογοήτευση ότι αυτές τελείωσαν, θες που ο καιρός αποκαλόκαιρα γλυκαίνει κι αποκτά χρώμα και μυρωδιά κι ο τόπος μοιάζει στα μάτια σου ένας ονειρεμένος παράδεισος, είναι και ο βιαστικός Σεπτέμβρης που καταφθάνει φουριόζος και σε προδιαθέτει με έγνοιες και άγχητα, άγνωστες για το λεξιλόγιό σου έννοιες εδώ και σχεδόν δυο μήνες, όλο τούτο το σκηνικό έφτιαξε μια γλυκιά μελαγχολία που ταίριαξε απόλυτα με την εικόνα της φύσης και σε έκανε να φύγεις για λίγο, να σηκωθείς ψηλά και να ταξιδέψεις πίσω, στην εποχή της τρυφερότητας και της απαλότητας των πάντων...

Τότε που ήσουν ευτυχισμένος με πολύ λιγότερα, σκέψεις εσώτερες βαριές δεν είχαν καμιά θέση στην ψυχή σου, έγνοιες φορτικές νευρωτικές δεν χωρούσαν μες στο νου σου, η μέρα γέμιζε με τη θάλασσα, την περιπέτεια και την εξερεύνηση -λάτρευες την ιδέα ότι ήσουνα λέει ναυαγός που τον ξέβρασε το κύμα και ανακάλυπτε νέα μέρη, παράξενα φυτά, απολιθωμένα οστά από αλλόκοτα πλάσματα, μπαούλα που σίγουρα έκρυβαν μέσα τους πολύτιμους λίθους και ξεχασμένους θησαυρούς, κάτι ανάμεσα σε πειρατή Μπαρμπαρόσα και περιπατητή Δαρβίνο με μια δόση Γαλάζιας Λίμνης, έτσι για να μην αφήνουμε το ερωτικό στοιχείο στην απέξω- ενώ οι νύχτες είχαν πάντοτε μια ιστορία να σου διηγηθούν από τα περασμένα, οι μεγάλοι θυμόνταν τα δικά τους, "πώς τηνε βγάλαμε καθαρή σε τέθοιες συνθήκες, σ' ένα μιτάτο να κοιμούμεστα καμιά δεκαριά νομάτοι, αδέρφια, ξαδέρφια, γονιοί και παππουδολαλάδες, παρέα με τσι ποντικοί και τσι σκορπιοί, δίχως ρεύμα και νερό, με βότανα και γιατρικά πρωτόγονα αντίς για φάρμακα" απορούσαν, τα καλαμπούρια και τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν κι η βραδινή κουβέρτα στην αυλή είχε γίνει θεσμός κάτω απ' τον φορτωμένο σαν πολυέλαιο ουρανό, με πάπλωμα έμοιαζε που σε σκέπαζε ζεστά λίγο πριν ο Μορφέας σε τυλίξει στις φτερούγες του...

Ένα σακί γεμάτο εικόνες και αισθήσεις μάζεψες κι εφέτος.

Πήρες μια καλή γεύση από τα ξένα, το ταξίδι ξεκίνησε απ' το Βορρά. Σαν σκηνικό βγαλμένο από παραμύθι, μια φύση αλλιώτικη, πληθωρική και γενναιόδωρη, συγχρόνως όμως άοσμη και κρύα. Πόσο καλά ήταν στερεωμένος ο κόσμος εκεί πάνω, απόρησες. Λες κι ένας άλλος θεός, εκείνος της τακτοποίησης και της ισορροπίας να είχε βάλει το χέρι του κι ήταν όλα στη σωστή τους θέση και σειρά. Κι όσο αλλιώτικη ήταν η φύση, τόσο κι οι άνθρωποι θαρρούσες πως ήταν απ' αλλού φερμένοι, με μέτρο και σπουδή η κάθε τους κίνηση, σαν εκπαιδευμένα με πειθαρχία στρατιωτάκια, τίποτε δεν ξέφευγε από το πρόγραμμα και την προσχεδιασμένη ροή των πραγμάτων.

Κι ύστερα τράβηξες κατά το Νότο. Γνώριμοι τόποι· μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Κι έφτιαξες την Ελλάδα, λέει ο ποιητής. Κι όμως, δεν είναι αρκετά αυτά. Είναι το άκουσμα, η αρχέγονη κραυγή που συντονίζει τα κορμιά και τις ψυχές, ο ήχος του ξύλου που κουνάει κάτι από το μέσα σου, κάπου εκεί πρέπει να είναι που ο έρωτας γεννιέται. Κι έτσι συμπληρώνεται το παζλ.

Επιστροφή. Νέτη, σκέτη, βαριά, ακαριαία και απότομη, σαν άγαρμπη προσγείωση. Έτσι ήταν πάντα, σήμα κατατεθέν του τέλους της ξεγνοιασιάς και της έναρξης του νέου βιορυθμού, πιο γνώριμου στη συνήθεια, πιο παρανοϊκού και ξένου για την ανθρώπινη φύση. Ο χειμώνας φαντάζει ακόμα μακρινός, όχι και τόσο ρόδινος, οι προκλήσεις είναι για τους δυνατούς. Οι φίλοι κι οι δικοί αραιώνουν επικίνδυνα, το φευγιό μοιάζει σιγά σιγά ανάγκη επιτακτική, "πατρίδα σου η κάθε πατρίδα, πολίτες του κόσμου είμαστε όλοι" ηχούν τα παγκοσμιοποιημένα προστάγματα στ' αυτιά σου σαν εμβατήρια οπισθοχώρησης. Κι από την άλλη, ο ποιητής σε φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό σου, ν' αναμετρηθείς σε θέλει με τους φόβους και τις αδυναμίες σου, η φυγή είναι δειλία.

Είπες: "Θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη απ' αυτή.
Κάθε προσπάθειά μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κι είν' η καρδιά μου -σαν νεκρός- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στο μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα."

Καινούργιους τόπους δε θα βρεις, δε θαβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί, στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην ίδια πόλη αυτή θα φτάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που η ζωή σου ρήμαξε εδώ
στην κώχη τούτη τη μικρή, σ' όλη τη γη τη χάλασες.

"Η Πόλις", Κ.Π.Καβάφης

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Θυμήθηκα...



...τότε λέει που ήμαστε εφηβάκια κι ακούγαμε και βλέπαμε κάπως αλλιώς τα πράγματα. Ήτανε βλέπεις τα όνειρα πιο ζωντανά κι η πίστη μας πιο έντονη, "τον κόσμο εμείς θα φέρουμε στα μέτρα μας πριν να μας φέρει εκείνος στα δικά του" γιατί "αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει".

Σήμερα τέτοιοι στίχοι δεν γράφονται πια. Ούτε αντίστοιχου βεληνεκούς. Αχ, τα όνειρα βλέπεις... Πεθαίνουνε πιο γρήγορα στις μέρες μας.

Έχω μια ενοχική και μια γλυκιά ταυτόχρονα αίσθηση για εκείνη την εποχή. Ενοχική γιατί αν τα βλέπαμε πιο ωμά απ' την αρχή, χωρίς παραμύθια και ρομάντζα, ίσως τώρα να ήταν αλλιώς η κατάσταση, ίσως να είχαμε προσγειωθεί νωρίτερα και ομαλότερα. Γλυκιά (κι αυτή επιλέγω να κρατήσω τελικά ως πηλίκο) γιατί όταν έρχονται τα δύσκολα έρχεται και σε στηρίζει η άτιμη η μνήμη που δεν ξεγράφει, κατεβαίνεις κι εσύ στο κατώι των αναμνήσεων κι ανακαλύπτεις παλαιωμένους θησαυρούς. Όση αξία μπορεί να 'χει ένα κάτι παλαιό και πολυκαιρισμένο, όση αξία μπορεί να βαστήξει ένα κάτι στο πέρασμα του χρόνου.

Υ.Γ.: Δεν είχε καταχωρηθεί με βεβαιότητα ο στιχουργός του κομματιού στη μνήμη του γράφοντα. Κοιτάζοντας φυσικά πιο κάτω αναφώνησε: ε βέβαια! ποιος άλλος.

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2011

Δε φάνηκε ποτέ



Όλη νύχτα την περίμενε. Αγωνιούσε κι έψαχνε με μανία στο δωμάτιό του μήπως και έβρισκε κάποιο σημάδι, είτε να εντοπίσει κάτι απ' τη θωριά της είτε ν' ακούσει κάποιο απομεινάρι της μυρωδιάς της. Τίποτε. Σκουντουφλούσε διαρκώς απάνω στο κενό.

Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα μα το μάτι του με δυσκολία άνοιγε. Ήτανε βλέπεις μια απ' τα ίδια, μουντό, σκυθρωπό και μουρτζούφλικο το σκηνικό του πρωινού , "Λονδίνο γινήκαμε" συνήθιζε να γκρινιάζει, τον πήγαινε πολύ πίσω ο καιρός και του στερούσε την ενέργεια από τις καθημερινές του ασχολίες.

Με τα πολλά κι αφού χουζούρεψε κάτω απ' τα σκεπάσματά του, βάλθηκε να σηκωθεί. Τον περίμενε ένα αχνιστό καφεδάκι ακριβώς δίπλα του, πάνω στο μικρό κομοδινο. Ήπιε δυο καλές γουλιές και, λες και επρόκειτο για μαγικό φίλτρο, σηκώθηκε απότομα απ' το κρεβάτι. Ετοιμάστηκε μάνι μάνι και βγήκε απ' το σπίτι, είχε δουλειές σήμερα και θα κατέβαινε στο κέντρο για διεκπεραίωση.

Του άρεσε πολύ να περπατάει. Στις όμορφες μα και στις άσκημες γωνιές. Στις μυρωδάτες κι ολόφωτες γειτονιές μα και στα βρώμικα και γκιζόθωρα στενά της Σκατόπολης. Λάτρευε τις αντιθέσεις, πίστευε πως μπορούσε να αντλεί ομορφιά μέσα από μια σκούρα, άναρχη και σχεδόν καταθλιπτική πραγματικότητα. Θες ωθούμενος από μια πηγαία αισιοδοξία, θες ορμώμενος από μια αίσθηση ανεξαρτησίας και εύρους επιλογών, όπως και να 'χε του 'δινε κίνητρο για σκέψη ο περίπατος, ένα νόημα στην κατά τ' άλλα μονότονη και μηχανιστικά προβλεπόμενη καθημερινότητά του τον τελευταίο καιρό.

Γυρίζοντας μουσκίδι από την ξαφνική βροχή, άφησε τις σκέψεις να βρέχονται ολομόναχες έξω από το στεγνό και ασφαλές σπίτι του, "βρε ίντ' Απρίλης κι ίντα Μάης ήτονε πάλι εφέτος" μονολογούσε.

Έχοντας φχαριστηθεί το γεύμα του, αποσύρθηκε για την καθιερωμένη σιέστα του μεσημεριού. Λίγο πριν τσιμπήσει ένα ελαφρύ υπνάκι, ένιωσε άδειο το κρεβάτι του και συνειδητοποίησε πως εκείνη είχε αργήσει να φανεί. Όχι, ξανασκέφτηκε και διόρθωσε: δε φάνηκε ποτέ.

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Reboot



Σαν ήτανε μικρός, άκουγε απ' τους παππούδες του τις ιστορίες της Κατοχής και του πολέμου. Και έμενε με το στόμα ανοιχτό να κοιτάζει μες στα μάτια τον πάππο του να αφηγείται για ζόρικες εποχές, χωρίς δουλειές, με ευκολίες ελάχιστες έως ανύπαρκτες και την πείνα να απειλεί τις ζωές.

"Κι όμως...", είχε να πει εκείνος, "ήμεστα ευτυχισμένοι ετότες. Όσο κι αν τα χρόνια ακούγονται σκληρά στ' αυτιά σου, εβρίσκαμε τη δύναμη και ζούσαμε φχαριστημένοι. Με τα όμορφα και τ' άσκημα. Γιατί δεν ήτονε μόνο ερημιά, αρρώστια και μιζέρια η εποχή. Ίσα ίσα, κάθε Κυριακή παίζανε τα βιολιά και πά(γ)αινε όλος ο κόσμος να διασκεδάσει, να εκφραστεί, να εκτονωθεί, να συνευρεθεί..." Ναι, τα βιολιά ήτανε στο επίκεντρο της ψυχαγωγίας και όλου του κοινωνικού γίγνεσθαι. Εκεί οι αντράδες κάνανε το κόρτε με τις θυ(γ)ατέρες, ένας και μόνο χορός ισοδυναμούσε με ισχυρό ερωτικό παιχνίδι. Ο χρόνος και η εναλλαγή των εποχών όριζε την καθημερινότητα: το καλοκαίρι θέρος, το Σεπτέμβρη τρυ(γ)οπατήματα, το Νοέμβρη τα χατζάνια (ή αλλού καζάνια), λίγο αργότερα τα λιομαζώματα ως τα Χριστό(γ)εννα, ύστερα τα χοιροσφάγια, οι μοσκαριές και τα τζαμπουνοντούμπακα της Αποκριάς κι έπειτα τα σαρακοστιανά, η νηστεία που αποτελούσε θεσμό, μέχρι το ρίφι της Λαμπρής, και φτου κι απ' την αρχή.

Αφού μεγάλωσε κομμάτι κι άρχισε να πήζει μια (ν)υχιά ο νους μέσα στην κεφαλή του, άκουγε για τα δύσκολα χρόνια των γονιών του, δικτατορίες λέει, χούντες και περιορισμοί, "Ελευθεροτυπία" και "Το Βήμα" διπλωμένα κάτω απ' τη μασχάλη, ο Μίκης απαγορευμένος, το παρακράτος μιας αδίστακτης δεξιάς ύπουλος δολοφόνος τόσων ελεύθερων ανθρώπων, και να, έμαθε και την ελευθερία, τι θα πει δικαίωμα, τι σημαίνει Αγώνας, πάρε κι ένα Πολυτεχνείο να 'χεις, τόσα νέα παιδιά, μπράβο τους που τόλμησαν, είχανε τσαγανό τα σκασμένα, πληρώθηκε με αίμα η εξέγερση. Κι έπειτα Κύπρος, μεταπολίτευση, δημοκρατία.

Το χρονοδιάγραμμα έφτανε σιγά σιγά στη δική του ζωή, τα χρόνια άλλαξαν, ο λαουτζίκος φχαριστήθκε κομμάτι, έφαγε και λίγδωσε τ' αντεράκι του (σε ορισμένες περιπτώσεις βέβαια βαρυστομάχιασε, αυτά παθαίνεις άμα είσαι για μέρες νηστικός και πέσεις λαίμαργα με τα μπούνια στο ψαχνό), η χώρα λέει άρχισε να εκσυγχρονίζεται με ταχείς ρυθμούς, εξάλλου "ανήκομεν εις την Δύση" πλέον, άρα είμαστε Ευρώπη κι εμείς, ανείπωτη η χαρά, ανέβηκε το image μας βρε αδερφέ, από Τουρκαλβανοβλαχοϊταλογερμανόσποροι Ευρωπαίοι, δεν είναι και μικρή η μετάβαση.

Μόνο που "η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες", πήγε να το σώσει ο άλλος, το πήραν κατά γράμμα οι δικοί του, "δικά μας, ντόπια είναι όλα κι όχι εισαγόμενα", σου λέει, "φάτε άφοβα μέχρι τελικής πτώσης".

Ύστερα άρχισε να πήζει και να στερεώνει για καλά η κεφαλή του, τότε κατάλαβε. Δεν χρειάστηκε να αναμορφώσει τα γεγονότα, εξάλλου δεν αλλάζουν αυτά, όσο υποκειμενική κι αν είναι η μασέλα που τα ξεστομίζει. Απλά έφτιαξε κάπως την εικόνα του παραμυθιού που του είχαν πλάσει, βάζοντας αυτάκια εκεί που ήταν απαραίτητα: "δημοκρατία" και όχι δημοκρατία.

Αλλάζει όμως ο καιρός, να βροχές, να κεραυνοί, να αστραπές, θεομηνία, μας πήρε και μας σήκωσε, η καλοπέραση με τα 5 αυτοκίνητα ανά οικογένεια, τις πολυδάπανες διακοπές, τις μαρκάτες τσάντες και τα 15 ζευγάρια παπούτσια αποτελεί πια παρελθόν, ΝΤΠ, Νέα Τάξη Πραγμάτων, και τα λίγα λέει καλά είναι, αν και ξινίζουμε στην αρχή, τη βολεύουμε.

Κι όμως, τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Δεν είναι τα πολλά που γινήκαν λίγα -έτσι κι αλλιώς οι αριθμοί και τα μεγέθη της παραπάνω παραγράφου αφορούν άλλους, εμείς τι είχαμε τι χάσαμε- μα τα πρόσωπα μέσα στο λεωφορείο που είναι σχεδόν όλα συννεφιασμένα, σκυθρωπά, γκρινιασμένα. Ένας φόβος από τον ξενομπάτη, δέκα από τους αυτόχθονες, "τι θέλουν τώρα κι αυτοί οι βρωμιάρηδες, γιατί δε γυρίζουν πίσω στην πατρίδα τους να μας αφήσουν ήσυχους", αδερφέ ακόμα να καταλάβεις πως δεν έχουνε πατρίδα;

Η ευλογημένη φύση μάς στέλνει ηχηρά μηνύματα, πρόσφατα μας ταρακούνησε συθέμελα, μουγκρίζει απελπισμένα σαν πληγωμένο θηρίο από τον πόνο, μα ο άνθρωπος δεν ακούει, αρνείται να δει πέρα από τη μύτη του. Κι ο κόσμος αρρωσταίνει με τούτα και με κείνα, με όσα λέγονται, μα και με τ΄ άλλα, εκείνα που δεν λέγονται. Κι η θλίψη τείνει στην κατάθλιψη κι η ψυχή οδηγείται στην κατάψυξη, θαρρεί η ζαβή πως θα διατηρηθεί στις χαμηλές θερμοκρασίες και θα σωθεί.

Είναι προφανές παίδες, το σύστημα έχει κολλήσει και θέλει reboot. Η εν λόγω διαδικασία δεν γίνεται απ' έξω προς τα μέσα αλλά ανάποδα. Πάρ' το αλλιώς μικρέ. Εδώ έτυχε να ζεις και να υπάρχεις, στην τελική έχεις να διαχειριστείς μια πρόκληση: οι παππούδες σου κατόρθωσαν να επιβιώσουν από τον πόλεμο, οι γονιοί σου από κοινωνικές και πολιτικές ταραχές, εσύ καλείσαι να επιβιώσεις μέσα από μια γενικευμένη κρίση, πολιτικοκοινωνικοοικονομικοηθικοπολιτιστικο....ού περιεχομένου. Εξαιρουμένου του πολέμου, όλα τ' άλλα είναι απολύτως σχετικά και αρκετά συγκρίσιμα. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα. Κάμε την κρίση ευκαιρία και αφορμή για στροφή 180 μοιρών, αυτή είναι η πρόκληση της γενιάς σου. Να μπορείς να ανακαλύπτεις την ομορφιά μέσα σ' ένα κόσμο ολοένα και περισσότερο άμορφο.

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Όταν ο άνθρωπος πάει γυρεύοντας...





Είναι αυτό που λέμε "δεν παίρνει χαμπάρι αυτός".

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

...με άλλα μάτια





...

Πόσο καιρό είχα να γράψω
να αφήσω λέξεις στο χαρτί
να πιάσουν το χορό
να δουν το φως και να μιλήσουν
να κάνουνε παρέες μες στις γειτονιές
να στήνουνε παγίδες στα νοήματα.

...

Της μοίρας μου
θα 'ναι μετόχι
στον κόσμο να 'μαι μοναχός
να μη φοβάμαι την αλήθεια
κι έτσι χαμένος
μες στα παραμύθια
να μην ακούω κανενός.

...

Είναι φορές που σε ψάχνω
μυρίζοντας τις φωνές που χάθηκαν
από μια φλέβα του ουρανού.
Μια χαραμάδα από φως
πέρασε των ματιών σου το γέλιο
στην απέναντι όχθη
κι άφησε το φιλί σου πάνω στις σκιές.
Μη φοβηθείς
να απλώσεις στα μάτια μου την εικόνα σου.
Ήρθε ο καιρός να ταξιδέψουμε.

...


Από την ποιητική συλλογή "Το Μυστικό Μου Πρόσωπο" του Ματθαίου Ζευγόλη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Γαβριηλίδης":



*Η άνω φωτογραφία, κάτωθεν του τίτλου της συγκεκριμένης ανάρτησης, ελήφθη από τη διεύθυνση http://littleprincemiou.blogspot.com/2009/07/blog-post_23.html

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Η Φωνή της Καμπάνας






















Μες το δροσάνεμο
που αναγαλλιάζω
κι ο νους χανότανε
σε χάος γαλάζιο
ψηλά ας μ’ αφήνατε
να ξεχαστώ
φωτοπερίχυτη,
στόμα κλειστό.

Ποιο χέρι απλώθηκε
να με σπαράξει
απ’ το χρυσόνειρο
στην άγια πράξη!
Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή.
Με τραβάς, αίμα μου
ξανά στη Γη.

Ω! σεις χαμόσυρτα
λέρα σκουλήκια,
η άλαμπη ζήση σας
ζήση ναι δίκια!
Μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κει
ο Χάρος λύτρωση
κι ώρα γλυκή.

Δεν είναι κέντρισμα
να σας κουνήσει,
κορμιά, που η άλυσσο
τα ’χει τσακίσει!
Σκέψη, ποιος άνεμος
θέ ν’ αξιωθεί
να σ’ ανατάραζε,
σκότος βαθή;

Πίσου απ’ τα λόγια μου
πικρά φαρμάκι,
τι κόσμοι απέραντοι
βυθοί λουλάκι!
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί
κι αφτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί;

Να ταν να ξήλωνεν
απ’ την καρδιά μου
Μοίρα καλόβουλη
τ’ άγρια καρφιά μου
και να με σήκωνε
μ’ άξιο φτερό
σκέψη που μέστωσε
με τον καιρό.

Πάνω από θάλασσες
πάνω από χώρες
με τον καλόκαιρο
και με τις μπόρες
να με κατέβαζεν αγαλινά
όπου τ’ ανθρώπινο
πλήθος πονά.

Σε μίνες φόνισσες
μπουχές καζέρνες,
λιμάνια ολόκαπνα,
βοερές ταβέρνες,
σπιτάλια σκοτεινά
και φυλακές,
μπορντέλ’ ακάθαρτα
και προσευκές.

Στα στήθια να μπαινα
σαν την ανέσα,
σφυγμός βαθύρριζος
στις φλέβες μέσα
στο νου σαν άστραμα
και στην ψυχή,
ν’ αχούσ’ αδιάκοπα
τη διδαχή:

«Όλα τελειώνουνε
κι όλα περνάνε!
Ιδέες βασίλισσες
κακογερνάνε.
Στις νέες ανάγκες σου
(κόπος βαρής!)
σκοπούς αλάθεφτους
κοίτα να βρεις.»

«Αν είν’ η σκέψη σου
πριν από σένα,
δεν είναι απόκομμα
θεού και γέννα.
Τη σκλάβα σκέψη σου, σκλάβα δετή
σου τηνε πλάσανε
οι Δυνατοί.»

«Φτωχέ, σου μάραναν
κόποι και πόνοι
τη θέληση άβουλη
πιωμένη αφιόνι!
Αν είναι ο λάκκος σου
πολύ βαθής,
χρέος με τα χέρια σου
να σηκωθείς»!

«Τ’ άσκημα χέρια σου,
των όλω αιτία,
βαστάνε μάργελη
την πολιτεία!
Βγαίνει απ’ τα χέρια σου
κάθε αγαθό
του ωραίου περίθετο
το χρυσανθό.»

Σφίξε τα χέρια σου,
για Σένα κράτει
τ’ άμοιαστον έργο σου,
την Πλάση ακράτη
κι όλο ανεβαίνοντας
προς τη Χαρά
μέσα σου θά ναβεν
άστρων σπορά.»

Κι όπου σε σφάζουνε
δεμένον πίσου,
να βρόνταα άξαφνα
σεισμός αβύσσου,
χίλι’ αστροπέλεκα:
«Δεν είναι μπρος!
Κρύβεται πίσω σου
χρόνια ο οχτρός»!


Κώστας Βάρναλης

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

...με τον Κεν Λόουτς




Καθώς ο κόσμος γίνεται ολοένα και πιο άδικος, ο πλούτος κατανέμεται περισσότερο άνισα κι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αρχίζει ν' αμφισβητείται ανοιχτά, η "λύση" για ανθρωπινότερα χρόνια φαίνεται να είναι μονόδρομος: όσο αυτοί θα γιγαντώνουν τα κέρδη και την εξουσία τους, τόσο εμείς θα πρέπει να οργανώνουμε τον Αγώνα και να στερεώνουμε τη συνείδησή μας σε Αυτόν. Γιατί "οι καρδιές μας πεινούν όσο και τα κορμιά μας, δώστε μας ψωμί αλλά δώστε μας και τριαντάφυλλα".

Πρόκειται για μια δυνατή και πάντοτε επίκαιρη ταινία (έτος παραγωγής: 2000), όπως μας έχει συνηθίσει ο σκηνοθέτης Κεν Λόουτς ("Γη και ελευθερία", "Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι", "Ανάμεσα στους τοίχους"). Δείτε την.



Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Αλκυονίδες μέρες


Πήρε βαθιά ανάσα. Βούλιαξε κατόπιν στη γέρικη και πολυκαιρισμένη μα αναντικατάστατη ως προς την αίσθηση απόλαυσης πολυθρόνα του και άφησε τα μάτια του να ατενίσουν την άπειρη θαλάσσια έκταση απλώνοντας το βλέμμα μέχρι την ορατή γραμμή του ορίζοντα.

Έπειτα από λίγο σηκώθηκε όρθιος και περπάτησε ως τα μεγάλα γυάλινα παράθυρα της γέφυρας. Πόσο μεγάλος ήταν ο δρόμος που είχε ακόμη μπροστά του... Αμέτρητος. Δίχως όρια, σαν το βυθό στη μέση του Ειρηνικού, φάνταζε απύθμενος.

Δεν ήθελε να μπουκώσει με άλλες σκέψεις φορτικές και έγνοιες τρωκτικές το κεφάλι του αυτή τη φορά. Σήμερα ήταν η πιο όμορφη μπουνάτσα που είχε δει όλο το χειμώνα. Γεμάτη φως, διαυγέστατη και πεντακάθαρη. Λαμποκοπούσε ο κόσμος όλος κι η αντανάκλαση του νερού έφτανε ως τα μάτια του και συνέχιζε, έμπαινε μέσα, πίσω απ' αυτά για να γλυκάνει και να ζεστάνει την ψυχή του.

Ήταν οι μέρες τέτοιες βλέπεις. Κι εκείνος ήταν αποφασισμένος να τις απολαύσει. Και να τις μοιραστεί. Με τον εαυτό του.