Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Η Φωνή της Καμπάνας






















Μες το δροσάνεμο
που αναγαλλιάζω
κι ο νους χανότανε
σε χάος γαλάζιο
ψηλά ας μ’ αφήνατε
να ξεχαστώ
φωτοπερίχυτη,
στόμα κλειστό.

Ποιο χέρι απλώθηκε
να με σπαράξει
απ’ το χρυσόνειρο
στην άγια πράξη!
Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή.
Με τραβάς, αίμα μου
ξανά στη Γη.

Ω! σεις χαμόσυρτα
λέρα σκουλήκια,
η άλαμπη ζήση σας
ζήση ναι δίκια!
Μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κει
ο Χάρος λύτρωση
κι ώρα γλυκή.

Δεν είναι κέντρισμα
να σας κουνήσει,
κορμιά, που η άλυσσο
τα ’χει τσακίσει!
Σκέψη, ποιος άνεμος
θέ ν’ αξιωθεί
να σ’ ανατάραζε,
σκότος βαθή;

Πίσου απ’ τα λόγια μου
πικρά φαρμάκι,
τι κόσμοι απέραντοι
βυθοί λουλάκι!
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί
κι αφτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί;

Να ταν να ξήλωνεν
απ’ την καρδιά μου
Μοίρα καλόβουλη
τ’ άγρια καρφιά μου
και να με σήκωνε
μ’ άξιο φτερό
σκέψη που μέστωσε
με τον καιρό.

Πάνω από θάλασσες
πάνω από χώρες
με τον καλόκαιρο
και με τις μπόρες
να με κατέβαζεν αγαλινά
όπου τ’ ανθρώπινο
πλήθος πονά.

Σε μίνες φόνισσες
μπουχές καζέρνες,
λιμάνια ολόκαπνα,
βοερές ταβέρνες,
σπιτάλια σκοτεινά
και φυλακές,
μπορντέλ’ ακάθαρτα
και προσευκές.

Στα στήθια να μπαινα
σαν την ανέσα,
σφυγμός βαθύρριζος
στις φλέβες μέσα
στο νου σαν άστραμα
και στην ψυχή,
ν’ αχούσ’ αδιάκοπα
τη διδαχή:

«Όλα τελειώνουνε
κι όλα περνάνε!
Ιδέες βασίλισσες
κακογερνάνε.
Στις νέες ανάγκες σου
(κόπος βαρής!)
σκοπούς αλάθεφτους
κοίτα να βρεις.»

«Αν είν’ η σκέψη σου
πριν από σένα,
δεν είναι απόκομμα
θεού και γέννα.
Τη σκλάβα σκέψη σου, σκλάβα δετή
σου τηνε πλάσανε
οι Δυνατοί.»

«Φτωχέ, σου μάραναν
κόποι και πόνοι
τη θέληση άβουλη
πιωμένη αφιόνι!
Αν είναι ο λάκκος σου
πολύ βαθής,
χρέος με τα χέρια σου
να σηκωθείς»!

«Τ’ άσκημα χέρια σου,
των όλω αιτία,
βαστάνε μάργελη
την πολιτεία!
Βγαίνει απ’ τα χέρια σου
κάθε αγαθό
του ωραίου περίθετο
το χρυσανθό.»

Σφίξε τα χέρια σου,
για Σένα κράτει
τ’ άμοιαστον έργο σου,
την Πλάση ακράτη
κι όλο ανεβαίνοντας
προς τη Χαρά
μέσα σου θά ναβεν
άστρων σπορά.»

Κι όπου σε σφάζουνε
δεμένον πίσου,
να βρόνταα άξαφνα
σεισμός αβύσσου,
χίλι’ αστροπέλεκα:
«Δεν είναι μπρος!
Κρύβεται πίσω σου
χρόνια ο οχτρός»!


Κώστας Βάρναλης

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

...με τον Κεν Λόουτς




Καθώς ο κόσμος γίνεται ολοένα και πιο άδικος, ο πλούτος κατανέμεται περισσότερο άνισα κι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αρχίζει ν' αμφισβητείται ανοιχτά, η "λύση" για ανθρωπινότερα χρόνια φαίνεται να είναι μονόδρομος: όσο αυτοί θα γιγαντώνουν τα κέρδη και την εξουσία τους, τόσο εμείς θα πρέπει να οργανώνουμε τον Αγώνα και να στερεώνουμε τη συνείδησή μας σε Αυτόν. Γιατί "οι καρδιές μας πεινούν όσο και τα κορμιά μας, δώστε μας ψωμί αλλά δώστε μας και τριαντάφυλλα".

Πρόκειται για μια δυνατή και πάντοτε επίκαιρη ταινία (έτος παραγωγής: 2000), όπως μας έχει συνηθίσει ο σκηνοθέτης Κεν Λόουτς ("Γη και ελευθερία", "Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι", "Ανάμεσα στους τοίχους"). Δείτε την.



Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Αλκυονίδες μέρες


Πήρε βαθιά ανάσα. Βούλιαξε κατόπιν στη γέρικη και πολυκαιρισμένη μα αναντικατάστατη ως προς την αίσθηση απόλαυσης πολυθρόνα του και άφησε τα μάτια του να ατενίσουν την άπειρη θαλάσσια έκταση απλώνοντας το βλέμμα μέχρι την ορατή γραμμή του ορίζοντα.

Έπειτα από λίγο σηκώθηκε όρθιος και περπάτησε ως τα μεγάλα γυάλινα παράθυρα της γέφυρας. Πόσο μεγάλος ήταν ο δρόμος που είχε ακόμη μπροστά του... Αμέτρητος. Δίχως όρια, σαν το βυθό στη μέση του Ειρηνικού, φάνταζε απύθμενος.

Δεν ήθελε να μπουκώσει με άλλες σκέψεις φορτικές και έγνοιες τρωκτικές το κεφάλι του αυτή τη φορά. Σήμερα ήταν η πιο όμορφη μπουνάτσα που είχε δει όλο το χειμώνα. Γεμάτη φως, διαυγέστατη και πεντακάθαρη. Λαμποκοπούσε ο κόσμος όλος κι η αντανάκλαση του νερού έφτανε ως τα μάτια του και συνέχιζε, έμπαινε μέσα, πίσω απ' αυτά για να γλυκάνει και να ζεστάνει την ψυχή του.

Ήταν οι μέρες τέτοιες βλέπεις. Κι εκείνος ήταν αποφασισμένος να τις απολαύσει. Και να τις μοιραστεί. Με τον εαυτό του.