Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Περιμένοντας


Ξέμπαρκος καιρό. Μαζί με τους πολλούς, βιώνοντας κι εγώ τη μιζέρια της γκρίζας καθημερινότητας που έχει επιβληθεί. Αγανακτώ με πολλά, που λες πως δεν έχουν τέλος. Πριν λίγο καιρό όμως βγήκα εκτός εαυτού, όπως κι εκατομμύρια άλλοι, με το δείγμα μικροψυχίας και ασκήμιας, με το «μαύρο» της ΕΡΤ. Το κατέβασμα του διακόπτη. Το σταμάτημα των εκπομπών. Τη σιωπή των ραδιοφωνικών συχνοτήτων. Το τέρμα στη δημιουργία των μουσικών συνόλων. Αυτά που έφεραν την απόλυση δημιουργών, τεχνικών, δημοσιογράφων, μουσικών και υπαλλήλων. Την παραπέρα αύξηση της ανεργίας. Τα άλυτα προβλήματα μέσα σε χιλιάδες οικογένειες ανθρώπων που βλέπουν τη ζωή τους να διαλύεται ξαφνικά. Όλα αυτά, απ’ τη μια μεριά. Τη μεριά των εργαζομένων. Απ’ την άλλη, ο καναπές, η αδιαφορία, η άγνοια, ο ωχαδερφισμός μιας κοινωνίας «σουλεϊμανοποιημένης» και αδύναμης να σκεφτεί, να καταλάβει και ν’ αντιδράσει. Σαν σε καταστολή. Κοινωνία βυθισμένη στην άγρια, εκκωφαντική «ησυχία» μιας Μονάδας Εντατικής Θεραπείας, χωρίς γιατρούς και νοσοκόμες. Περιμένω, μαζί με τους πολλούς γύρω μου, ν’ αλλάξει κάτι. Ν’ ακουστεί ένα alarm, ν’ ανάψει ένα φωτάκι, ν’ ακουστεί κάποιο τρίξιμο, έστω ένα θρόισμα απ’ τ’ ακίνητο σεντόνι. Περιμένω καιρό. Μαζί με μένα περιμένουν κι άλλοι, που δεν τους ξέρω. Άγνωστοι, που δεν έχω συναντηθεί μαζί τους. Δεν έχουμε πιει καφέ ή κρασί. Δεν έχουμε μιλήσει ποτέ. Δεν έχομε πει για τα βάσανα και τις χαρές μας. Ήρεμοι, όμως, περιμένουμε…

Έχω μάθει να περιμένω. Χρόνια στα βαπόρια περίμενα. Επαγγελματίας στην αναμονή και στην ησυχία της, την ψεύτικη, τη φαινομενική. Περιμένεις πολύ στο βαπόρι. Η βαπορίσια ζωή απαιτεί εκπαίδευση σκληρή στο «περίμενε». Στα βαπόρια οι παροιμίες που ακούς να λένε οι πιο παλιοί είναι «αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι», «όποιος βιάζεται σκοντάφτει», «το καλό πράγμα αργεί να γίνει» και σπάνια ίσως το προγονικό «σπεύδε βραδέως». Άγνωστες και άχρηστες εκείνες που μιλάν για βιάση, όπως «στη βράση κολλάει το σίδερο», «αμ’ έπος αμ’ έργον» ή το αντίστοιχο προγονικό «το γοργόν και χάριν έχει».
«Καλμάρισε, πήγαινε με slow. Το μπάρκο, η θητεία, η αρρώστια κι η ποινή θέλουν χρόνο κι υπομονή», μου ‘λεγε ένας μπάρμπας λοστρόμος, ο Γιώργης ο Ελπίδας, όταν πρωτόμπαρκος βιαζόμουν κι όλο ρώταγα. Αργότερα διάβασα πως όσοι έχουν ζήσει για μεγάλο διάστημα έγκλειστοι –με τη θέλησή τους ή όχι, δεν έχει και μεγάλη σημασία αυτό-, περιμένοντας, αποκτούν μια συμπεριφορά που λέγεται «ιδρυματική».

Έμαθα να περιμένω. Δεν μου κακοφαίνεται πια. Περίμενα σε σειρές μετά τη λίστα, σε ράδες λιμανιών και σε μεγάλες ουρές σε ξένα μέρη, αν και δε θυμάμαι γιατί ακριβώς. Δεν αγανακτούσα. Αν τύχαινε και ήταν πουθενά εύκολα και νετάριζα γρήγορα, μπορεί να μην είχε και γούστο. Στα μπάρκα τα πολύμηνα –τα «πέτρινα» που λένε- μόνο η εκπαίδευση στην αναμονή μπορούσε να βοηθήσει να κυλήσει ο καιρός. Έρχονταν δύσκολες ώρες, όταν η νοσταλγία χτύπαγε κόκκινο και τα μάτια με το παραμικρό γεμίζανε. Χρειαζότανε υπομονή κι αγάντα. Λίγα πράγματα βοηθάγανε να συνέλθεις, να μαζευτείς, να έλθεις στα ίσια σου, όπως λένε. Ένα απ’ αυτά ήταν κι η δύσκολη επικοινωνία με την πατρίδα. Ένα τηλεγράφημα, κάποιο βιαστικό τηλέφωνο μέσω ασυρμάτου και το σπάνιο press που έπαιρνε ο μαρκόνης.
Μοναδική συντροφιά στα λογκάδα ταξίδια είχα κι εγώ, όπως και χιλιάδες άλλοι ναυτικοί, το φοβερό ραδιάκι της Sony που είχε βραχέα. Μ’ αυτά τα ραδιοφωνάκια ακούγαμε τη «Φωνή της Ελλάδας» σχεδόν παντού. Απ’ το Μαγγελάνο μέχρι την Καμτσάτκα κι απ’ τις Εβρίδες μέχρι τη Μελβούρνη. Ήταν η εκπομπή της Ελληνικής Ραδιοφωνίας για τους Έλληνες ναυτικούς και τους μετανάστες στα πέρατα της Γης.

Ακούγαμε τον «Τσοπανάκο» και νομίζαμε πως ερχότανε η πατρίδα πιο κοντά. Ξεχνιόσουν για λίγο. Τα χιλιάδες μίλια «σβήνανε». Γλύκαινε η ψυχή. Όχι με τα νέα που μάθαινες, αλλά με την αίσθηση πως κάποιοι εκεί πίσω σ’ έχουν έγνοια, σε σκέφτονται και πασχίζουν να σε «φτάσουνε», πέντε χιλιάδες μίλια, δέκα χιλιάδες μίλια ή και μακρύτερα, μέχρι εκεί που βρίσκεται το βαπόρι. Ησύχαζε κάτι μέσα σου. Καταλαγιάζανε οι φόβοι, οι πίκρες, τα βάσανα, κι ας ήτανε πολλά. Μετά τα νέα είχε τραγούδια. Τραγούδια, όχι γαβγίσματα. Άκουγες μέσα απ’ το παράσιτο Μπιθικώτση, Τσιτσάνη, Καζαντζίδη, Νταλάρα, Αλεξίου και δάκρυζες. Τις Κυριακές είχε αναμετάδοση του αγώνα. Σκυμμένοι πάνω απ’ το Sony, προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι έλεγε ο σπίκερ, που η φωνή του χανότανε μέσα στο παράσιτο και το σφύριγμα. Απλώναμε σύρματα, βάζαμε λάμπες, στήναμε κεραίες όλο και ψηλότερα, για να έχουμε δυνατότερο «σήμα», μπας κι ακούσουμε καλύτερα τη «φωνή».

Ακούγαμε, κουβεντιάζαμε τα «νέα» κι είχαμε κάτι να παλεύει ο νους. Κάποιοι βρίσκανε αφορμή να «τσακώνονται» κιόλας. Πότε για του «παπατζή» τα καμώματα και της Μιμής τις χάρες, πότε για του Θρύλου τις νίκες και των βάζελων τα χάλια, πότε για τα «σωματεία του κ…» που ποτέ δε νοιάστηκαν για μας. Είχαμε κάτι να μας κρατάει ζωντανούς, να μη γίνουμε ζόμπι. Να μη φτάσουμε να συναντάει ο ένας τον άλλο στον αλουέ, να λέει «καλημέρα» κι άλλος ν’ απαντάει με βρισιές. Μεγάλη υπόθεση το λογκάδο ταξίδι. Γίνεσαι αγνώριστος. Χάνεις πολλά απ’ τ’ ανθρώπινά σου. Βγαίνουνε τα «ιδρυματικά», τ’ άσκημα, τα πικρά και κάποτε επίφοβα. Βοήθαγε πολύ η «φωνή» στο κράτημα και στην ισορροπία. Σου θύμιζε διαρκώς πως δεν είσαι μόνος εσύ κι οι άλλοι, φυλακισμένοι στη λαμαρίνα, στη μέση του πουθενά. Το Sony ήταν πολύτιμος σύντροφος και η αξία του γινόταν ανυπολόγιστη στις ώρες τις ατελείωτες του ωκεανού. Πρώτα έμπαινε το Sony στη βαλίτσα, μετά τα βιβλία κι έπειτα τα χρειαζούμενα.
Περιμένω και, καθώς περιμένω, τα σκέφτομαι και φουντώνω. Δεν είναι το παράπονο πως κανείς δε νοιάστηκε ούτε και νοιάζεται για τους ναυτικούς, χρόνια τώρα. Είναι η οργή για την αψυχολόγητη σιγή της «φωνής», που μοιάζει τσαμπουκάς χωρίς λόγο. Είναι η πίκρα για την αδιαφορία, την έλλειψη σεβασμού, την αλαζονεία και την απανθρωπιά· γι’ αυτό που κάνανε σ’ αυτούς που ταξιδεύουνε και φτύνουν αίμα για το μεροκάματο στους ωκεανούς.

Περιμένω, μαζί με τους πολλούς γύρω μου, ν’ αλλάξει κάτι. Έχω μάθει να περιμένω…

Άρθρο του Δημήτρη Θαλασσινού, από τη στήλη "ΚΑΤΑΠΛΟΥΣ", περιοδικό "ΕΦΟΠΛΙΣΤΗΣ", Τεύχος 244, Αύγουστος 2013