Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

On board




-Τι γίνεται πίσω ύπαρχε, δεν έχει τέλος τ' αποψινό νταλικομάνι; ακούστηκε να βογκά γκρινιασμένη η ασύρματη ενδοεπικοινωνία.
-Τώρα μπαίνει η τελευταία ρυμούλκα αφεντικό, α να, καταφτάνει κι ένας επιβάτης-οδηγός της τελευταίας στιγμής τρεχάτος, και φύγαμε, απάντησε η άλλη πλευρά. Μόλα όλα, πρόσταξε, κι οι κάβοι σαν πλοκάμια σε καταστολή μαλάκωσαν, διευκολύνοντας το έργο των καβοδετών-καβολυτών εν προκειμένω.
-Πρόσω αργά η αριστερή, διέταξε σιγανά η ασύρματη ενδοεπικοινωνία και το βαπόρι αργόσυρτα και βαριεστημένα στην αρχή, πιο ζωντανά στη συνέχεια, ξεκόλλησε απ' τον ντόκο κι έβαλε στόχο την μπούκα του μεγάλου λιμανιού.

Δεν ήτανε δα και το πρώτο του ταξίδι, το βαπόρι το γνώριζε πολύ καλά, καλύτερα απ' το σπίτι του που σπάνια επισκεπτόταν τελευταία, το φορτίο αρκετά συνηθισμένο, φορτηγά και νταλίκιες κάθε τύπου, ψυγεία, ημιφορτηγά, τριαξονικά, βυτιοφόρα, φορτωμένα με καλούδια όλων των ειδών, οπωροκηπευτικά, κρέατα, μάρμαρα, ξύλα και πετρέλαια, το δρομολόγιο με κλειστά μάτια το κατάφερνε που λέμε, είχε κυριολεκτικά οργώσει τις θάλασσες ετούτες, γνώριζε κάθε πέρασμα απ' την καλή κι απ' την ανάποδη, "μύριζε" τον καιρό που κατέβαινε, αγαπούσε και μισούσε το ίδιο θανάσιμα τα μπουγάζια που σφαλιαρίζανε το πρόσωπό του κάθε φορά που έβγαινε για ν' αγναντέψει στη βαρδιόλα και έγλειφε με την ίδια πάντα αίσθηση απόλαυσης τα αρμυριασμένα χείλη του.

Τι ήτανε διαφορετικό σε τούτο το μπάρκο που το έκανε να δείχνει ξεχωριστό; Μια διττή και μπερδεμένη αίσθηση ευτυχοδυστυχίας, χαρμολύπης, ελπιδομαυρίλας, αν ήταν χρώμα θα ήταν πράσινο μαζί με μωβ. Απ' τη μια ήταν η μοναξιά κι η ερημιά του, τα πράγματα με την οικογένεια δεν πήγαιναν καθόλου καλά στη στεριά, δύσκολο κι ακατανόητο το επάγγελμα του ναυτικού θα πεις, όλες οι πλευρές το 'χουνε το δίκιο τους. Από την άλλη όμως, ήτανε πρώτη φορά στη ναυτική ζωή του που για κάποιο λόγο είχε ορκιστεί να το ζήσει το ταξίδι αυτό. Θες που ήτανε στενεμένος ψυχικά και οικονομικά -του 'χε βάλει το μαχαίρι στο λαιμό η σκύλα, "ή σκας τη διατροφή στην ώρα της ή δεν τα ξαναβλέπεις τα μικρά" του ξηγήθηκε προχτές- και το 'χε ανάγκη να ξεδώσει, να διαφύγει σα δραπέτης από τα σίδερα μιας πιεστικής και στενόχωρης πραγματικότητας, θες η σκέψη κι η θύμηση εκείνης που ερχόταν στο νου του κάθε φορά που πατούσε το πόδι του στο βαπόρι και τον γαλήνευε, τον ηρεμούσε, τον ζέσταινε, τον γλύκαινε, τον ταξίδευε στ' αλήθεια, ψυχή τε και πνεύματι τε και σώματι. Ναι ναι, και σώματι, καθώς συνέπεφτε η εικόνα κι η ανάμνησή της να εμφανίζονται στα μάτια του μόλις ερχότανε σε επαφή με το υγρό στοιχείο -πώς να ξεχωρίσεις δυο τόσο έντονα όμοιες γυναίκειες υπάρξεις, στην αγκαλιά είτε της μιας είτε της άλλης, ένα και το αυτό.

Αυτές οι σκέψεις τον συντρόφευαν κάποιο αχάραγο πρωινό που τον βρήκε να κάνει βάρδια στη γέφυρα. Ήτανε η αγαπημένη του, 4:00-8:00, μια και απολάμβανε όλο το ηλιόβγαλμα και το αγουροξύπνημα της ημέρας παρέα με ζεστό καφεδάκι και τον τιμονιέρη να κουτουλάει από τη νύστα. Κοιτάζοντας ίσια μπροστά τον πορτοκαλή ήλιο που έσκαγε μύτη την ώρα εκείνη απάνω στο κοράκι, θυμήθηκε και πήρε θάρρος, ώσπου να σκαντζάρει, από τα λόγια του ποιητή:

"Στην πλώρη αυτή κατάστρεψα τον ήρεμο εαυτό μου
και σκότωσα την τρυφερή, παιδιάτικη ψυχή
όμως ποτέ δε μ' άφησε το επίμονο όνειρό μου
και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει όταν αχεί."