Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Λί(γ)ες μέρες επομείνα/νε του πιο ωραίου μήνα






Μπόλικες οι φουρτούνες και του φετινού καλοκαιριού, λύσσαξε για άλλη μια φορά ο βοριάς κι έβαλε τα μελτέμια να οργώσουν και πάλι την απέραντη θαλάσσια έκταση, το σκαμπανέβασμα ήταν εξαιρετικά έντονο, το μπότζι (ή αλλιώς διατοιχισμός όπως λέγεται στην επίσημη ναυτική ορολογία το άγαρμπο κούνημα που προκαλούν οι πλάγιοι σε σχέση με την πορεία του πλοίου άνεμοι) όπως πάντα απότομο και κουραστικό κι εσύ, ακουμπώντας τους αγκώνες σου στην κουπαστή, παρατηρούσες διαρκώς τα σημάδια που επιβεβαίωναν για πολλοστή φορά το δρομολόγιο-κρουαζιέρα, απ' τις κάβο-κολώνες και το μακρονήσι στο στενό Τζιας-Κύθνου ή Κύθνου-Σερίφου (ανάλογα με τις ορέξεις σου), περνώντας το Πιπέρι και τη Σερφοπούλα ως την Παροναξία κι ακόμα παρακάτω, Αστυπαλιά και Κάλυμνο, μέχρι τον τελευταίο παράδεισο του Αιγαίου...

Θες η διάρκεια του φετινού ταξιδιού που επιμηκύνθηκε, θες οι προορισμοί που ήταν περισσότεροι και πιο εξωτικοί (στη φαντασία σου πάντα), ο συνοδοιπόρος καθ' όλο το ταξίδι ήλιος που ερωτοτροπούσε αδιάλειπτα με την πλανεύτρα θάλασσα, η μαγεία του ίδιου του υγρού στοιχείου, όλα συνηγόρησαν στη καλοκαιρινή ραστώνη και χαλάρωση, πραγματικές διακοπές από αστικούς ρυθμούς και ψυχικά στενέματα εξεταστικού ή άλλου τύπου.

Ναι, έτσι έγινε. Φτερά έβγαλε η ψυχή και πέταξε για τόπους αλλοτινούς, δρασκέλισε βουνά και λαγκάδια, ανέβηκε και κατέβηκε πολλές φορές τα παλιά μονοπάτια μήπως και βρει εκεί κάποιο σημάδι να την οδηγήσει, δροσίστηκε με τ' Αγιώτικο νερό, σηκώθηκε ευθύς για να χορέψει, τραγούδησε τον αγαπημένο της σκοπό, ερωτεύτηκε κι ύστερα, αφού πρώτα συνομίλησε με το θεό του φωτός, έσβησε τον πόθο της στο μισοτελειωμένο ιερό, πάλεψε με τα κύματα και γεύτηκε την αρμύρα και, εξουθενωμένη καθώς ήταν από μια τόσο γεμάτη μα και κοπιαστική συνάμα μέρα, ξεπέζεψε τ' άλογό της και ξάπλωσε στο πεζούλι να ξαποστάσει, βράδυ ήταν πια κι ο ουράνιος θόλος με τ' αμέτρητα, καρφιτσωμένα πάνω του, αστέρια τής έγνεψε τρυφερά να πάει για ύπνο, όμορφα όνειρα την περίμεναν...

Το ταξίδι φτάνει σιγά σιγά στο τέλος του, το βαπόρι οδεύει κατά τον προορισμό του, τερματικός είναι ο σταθμός, Σκατόπολη. Επιστρέφεις φορτωμένος εικόνες, ήχους και μυρωδιές που, σαν τους καρπούς της γης, αύριο θα ζυμωθούν και θα ανταποδώσουν τις γλυκότερες αναμνήσεις. Κι όμως, αν κι είναι ακόμη μακριά πολύ, φαντάζει ζόρικος (κι) ο φετινός χειμώνας.

Τέλος οι σκέψεις, μαζεύεις τα υπάρχοντα και τις αποσκευές σου, λίγα λεπτά απόμειναν για την αποβίβαση, τελευταία δεξιά στροφή και το βαπόρι αργόσυρτα και βαριεστημένα διασχίζει την μπούκα του λιμανιού. Κάποιος σε περιμένει στην προβλήτα και σε χαιρετά από μακριά καθώς κατεβαίνεις. Ναι, για σένα είναι, ήρθε να σε υποδεχτεί και να σε παραλάβει.

2 σχόλια:

  1. ε καπετάνιε!
    είναι όμορφα να γυρνάς όταν σε περιμένουν στο λιμάνι!
    καλώς ήρθες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ε καπετανιε :)
    φτερα εβγαλε η ψυχη και με το κειμενο σου
    καλημερα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή