Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Τακίμι


Το τακίμι έχει εξ’ ορισμού την έννοια του «μαζί», του συμπληρωματικού, του ταιριαστού, του σύμφωνου και του ταυτοχρονισμένου. Τακίμι λέγανε τη ζυγιά, την αποτελούμενη από ένα βιολί και ένα λαούτο, το κεντρικό δίδυμο που τροφοδοτούσε το γλέντι και βαστούσε να παίζει ώσπου να ξημερώσει στα νησιά. Πολλά στιχάκια έχουν επιπλέον ειπωθεί γι’ αυτό: «έλα άμα θες να τάκι/μιάσομε κοπελουδάκι» είναι ένα που έχω εύκαιρο στο νου μου.

Προφανώς λοιπόν, το τακίμι αποτελείται σχεδόν αυστηρά από δύο· όχι από τρεις ή περισσότερους, παρά μονάχα από δυό. Οι δυό τους τα λένε, κουβεντιάζουνε, καμιά φορά τσακώνουνται, πολεμούνε να βγάλουνε ο ένας το μάτι τ’ αλλονού, αλλά ύστερα τα βρίσκουνε, φιλιώνουνε, επιβεβαιώνοντας ότι δεν είναι δύο ξέχωρα πράματα μα ένα, μία γροθιά, μία μορφή, μία φωνή.

Τις τελευταίες μέρες τακίμιασα μαζί της κι εγώ, δεν άντεξα παραπάνω. Μου ‘χε λείψει άλλωστε, καιρό είχαμε να βρεθούμε. Μου ‘ρθε κουνιστή και λυγιστή, σαφώς ανανεωμένη, με όψη-φρεσκαδούρα, καλοκοιμισμένη και καλοταϊσμένη. Γλυκά και τρυφερά μου χτύπησε την πόρτα, απάντηση δεν πήρε, μπούκαρε μέσα δίχως να λάβει την άδεια. Σκυφτός και μουρτζούφλης καθώς ήμουν, την αγκάλιασα με απόγνωση, απελπισία, σχεδόν ερωτικά. Η Ανάγκη μ’ έσπρωξε, μη με ρωτάς γιατί. Αφού ξέρεις, Αυτή κυβερνά τα σύμπαντα, κινεί τα νήματα αλάκερης της ιστορίας, όποτε το θελήσει γεννά επαναστάσεις κι έπειτα τις καταπνίγει, κατά τη βούλησή Της.

Δεν είχα καμιά όρεξη για κουβέντα μαζί της, είχαμε άλλωστε χωρίσει πολύ επεισοδιακά και απολίτιστα την τελευταία φορά, όπως κάθε φορά. Κι όμως, βρήκε το θράσος και με πλησίασε, με πήρε απ’ το χέρι και μου ψιθύρισε στ’ αυτί με τρόπο νωχελικό και σαγηνευτικό πως με θέλει πίσω, δικό της, πως μετάνιωσε για ό,τι πικράδα με κέρασε και πως από δω και στο εξής, ό,τι θελήσω εγώ θα πράττει, σαν έμπιστη και έντιμη σύζυγος που σέβεται και τιμά τα παντελόνια τ’ αντρός της. Έσκυψε στη μιζέρια μου και μου χάιδεψε το κεφάλι, ένιωσα όμορφα και ζεστά μέσα στις φτερούγες της, σε κάθε άγγιγμά της σηκωνόντουσαν οι τρίχες μου και πιάνανε χορό κι η καρδιά μου χτυπούσε τώρα πιο αργά, ησύχασε ο κόσμος μου, τα μέσα μου ήρθαν όλα στα ίσια τους.

Ναι, με είχε κερδίσει για άλλη μια φορά. Τόσο αβίαστα, άκοπα, αυθόρμητα, σχεδόν ερωτικά. Ας είναι καλά η Ρημάδα, χάρη σ’ Αυτήν είμαι και πάλι δικός της. Απλά λειτούργησε μέσα μου η φύση Της, Εκείνη πρόσταξε κι εγώ υπάκουσα σ’ αυτό Της το πρόσταγμα· κι έγινα πάλι καρυδότσουφλο σε μια απέραντη και λυσσασμένη θάλασσα, κι όμως –τι ειρωνεία- πόσο ασφαλής αισθάνθηκα σ’ αυτήν την ερημιά, την απειρία… Ναι, γιατί και πάλι ταξίδευα, έστω και μοναχός μου. Άσε που τα μοναχικά ταξίδια είναι τα ωραιότερα, μπορείς να σκεφτείς και να ονειρευτείς κείνο που θες εσύ, περπατώντας στην κουβέρτα ενός βαποριού, δίχως παρεμβολές και πεθυμιές τρίτων. Σαν όαση σου λέω την είδα, μέσα στην ατελείωτη καυτή σαχάρα των τελευταίων εβδομάδων.

Κι όμως, όσο καλοζυγιασμένος κι αν σου ακούγομαι, μην πλανάσαι, μη γελιέσαι. Η κατάρα μου το ‘χει γραμμένο να μην ησυχάζω. Ποτέ μου δε θα συμβιβαστώ μαζί της, ποτέ μου δεν θα την αποδεχτώ, πάντα θα τηνε μάχουμαι και θα τηνε σκοτώνω, και κείνη ολοένα θα αναγεννάται και θα θεριεύει και το πάλεμα θα συνεχίζεται, εις τον αιώνα τον άπαντα. Κι αν παράφρονας σου ακούγομαι, παράλογος ή ανεπίδεκτος μαθήσεως, θα σου αποκριθώ πως ετούτο είναι ένα αλλιώτικο ταξίδι, λογκάδο και δύσκολο και το χειρότερο (ή το καλύτερο, όπως το δει κανείς), δεν έχει προορισμό. Είναι για κείνους που αγαπούνε το τακίμι, πολεμούνε την ακατανόμαστη και το ‘χει το γραφτό τους να αντέχουν στα συνεχή και αδιάλειπτα σκαμπανεβάσματα των καιρών, δίχως να δειλιάζουν, δίχως να σκιάζονται. Γιατί μονάχα αυτοί ξέρουν να ταξιδεύουν, να παλεύουν, να περπατούν κοιτώντας πάντοτε μπροστά και ψηλά, αψηφώντας κινδύνους και φουρτούνες. Γιατί απέναντι στην άτιμη Ανάγκη έχουν να αντιτάξουν, τουλάχιστον ισάξια, τη δική τους Πίστη. Χάρη στην Τελευταία ζουν, υπάρχουν και μπορούν να ορίσουν την ύπαρξη και την ουσία τους.

Πόσο θα ήθελα να ανήκω κι εγώ σ’ αυτήν την κατηγορία… Ο χρόνος θα το δείξει, για την ώρα θα αρκεστώ σε ένα ακόμη τακίμι μαζί της, μόνο ως αύριο θα βαστήξει, στο υπόσχομαι.

11/12/09

2 σχόλια: