Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Θυμήθηκα...



...τότε λέει που ήμαστε εφηβάκια κι ακούγαμε και βλέπαμε κάπως αλλιώς τα πράγματα. Ήτανε βλέπεις τα όνειρα πιο ζωντανά κι η πίστη μας πιο έντονη, "τον κόσμο εμείς θα φέρουμε στα μέτρα μας πριν να μας φέρει εκείνος στα δικά του" γιατί "αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει".

Σήμερα τέτοιοι στίχοι δεν γράφονται πια. Ούτε αντίστοιχου βεληνεκούς. Αχ, τα όνειρα βλέπεις... Πεθαίνουνε πιο γρήγορα στις μέρες μας.

Έχω μια ενοχική και μια γλυκιά ταυτόχρονα αίσθηση για εκείνη την εποχή. Ενοχική γιατί αν τα βλέπαμε πιο ωμά απ' την αρχή, χωρίς παραμύθια και ρομάντζα, ίσως τώρα να ήταν αλλιώς η κατάσταση, ίσως να είχαμε προσγειωθεί νωρίτερα και ομαλότερα. Γλυκιά (κι αυτή επιλέγω να κρατήσω τελικά ως πηλίκο) γιατί όταν έρχονται τα δύσκολα έρχεται και σε στηρίζει η άτιμη η μνήμη που δεν ξεγράφει, κατεβαίνεις κι εσύ στο κατώι των αναμνήσεων κι ανακαλύπτεις παλαιωμένους θησαυρούς. Όση αξία μπορεί να 'χει ένα κάτι παλαιό και πολυκαιρισμένο, όση αξία μπορεί να βαστήξει ένα κάτι στο πέρασμα του χρόνου.

Υ.Γ.: Δεν είχε καταχωρηθεί με βεβαιότητα ο στιχουργός του κομματιού στη μνήμη του γράφοντα. Κοιτάζοντας φυσικά πιο κάτω αναφώνησε: ε βέβαια! ποιος άλλος.

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2011

Δε φάνηκε ποτέ



Όλη νύχτα την περίμενε. Αγωνιούσε κι έψαχνε με μανία στο δωμάτιό του μήπως και έβρισκε κάποιο σημάδι, είτε να εντοπίσει κάτι απ' τη θωριά της είτε ν' ακούσει κάποιο απομεινάρι της μυρωδιάς της. Τίποτε. Σκουντουφλούσε διαρκώς απάνω στο κενό.

Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα μα το μάτι του με δυσκολία άνοιγε. Ήτανε βλέπεις μια απ' τα ίδια, μουντό, σκυθρωπό και μουρτζούφλικο το σκηνικό του πρωινού , "Λονδίνο γινήκαμε" συνήθιζε να γκρινιάζει, τον πήγαινε πολύ πίσω ο καιρός και του στερούσε την ενέργεια από τις καθημερινές του ασχολίες.

Με τα πολλά κι αφού χουζούρεψε κάτω απ' τα σκεπάσματά του, βάλθηκε να σηκωθεί. Τον περίμενε ένα αχνιστό καφεδάκι ακριβώς δίπλα του, πάνω στο μικρό κομοδινο. Ήπιε δυο καλές γουλιές και, λες και επρόκειτο για μαγικό φίλτρο, σηκώθηκε απότομα απ' το κρεβάτι. Ετοιμάστηκε μάνι μάνι και βγήκε απ' το σπίτι, είχε δουλειές σήμερα και θα κατέβαινε στο κέντρο για διεκπεραίωση.

Του άρεσε πολύ να περπατάει. Στις όμορφες μα και στις άσκημες γωνιές. Στις μυρωδάτες κι ολόφωτες γειτονιές μα και στα βρώμικα και γκιζόθωρα στενά της Σκατόπολης. Λάτρευε τις αντιθέσεις, πίστευε πως μπορούσε να αντλεί ομορφιά μέσα από μια σκούρα, άναρχη και σχεδόν καταθλιπτική πραγματικότητα. Θες ωθούμενος από μια πηγαία αισιοδοξία, θες ορμώμενος από μια αίσθηση ανεξαρτησίας και εύρους επιλογών, όπως και να 'χε του 'δινε κίνητρο για σκέψη ο περίπατος, ένα νόημα στην κατά τ' άλλα μονότονη και μηχανιστικά προβλεπόμενη καθημερινότητά του τον τελευταίο καιρό.

Γυρίζοντας μουσκίδι από την ξαφνική βροχή, άφησε τις σκέψεις να βρέχονται ολομόναχες έξω από το στεγνό και ασφαλές σπίτι του, "βρε ίντ' Απρίλης κι ίντα Μάης ήτονε πάλι εφέτος" μονολογούσε.

Έχοντας φχαριστηθεί το γεύμα του, αποσύρθηκε για την καθιερωμένη σιέστα του μεσημεριού. Λίγο πριν τσιμπήσει ένα ελαφρύ υπνάκι, ένιωσε άδειο το κρεβάτι του και συνειδητοποίησε πως εκείνη είχε αργήσει να φανεί. Όχι, ξανασκέφτηκε και διόρθωσε: δε φάνηκε ποτέ.