Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Όταν η Κυριακή είναι του Θωμά


Έχω μια φίλη που σιχαίνεται τις Κυριακές. Βρίσκει πως η Κυριακή είναι η πιο μελαγχολική ημέρα της εβδομάδας. Πως από την ώρα που θα ξημερώσει, ώσπου να βραδιάσει, η μέρα αυτή είναι βαριά, ενίοτε συννεφιασμένη μα πάντοτε χλωμή και πως κυλά πιο αργά και πιο βασανιστικά από κάθε άλλη μέρα. Πως όλα τα στραβά, τα μαύρα και τ' ανάποδα που έχει ένας άνθρωπος, όλη η στριμάδα, η ξινίλα κι η κακοκεφιά που μπορεί να διαθέτει, βρίσκουν το πιο γόνιμο έδαφος για να εκδηλωθούν κατά τη διάρκεια αυτής της ημέρας. Πως, αν οι ημέρες της εβδομάδας είχαν χρώμα, η Κυριακή θα ήταν σίγουρα μωβ μαζί με γκρι κι ακόμη, ότι οι πιο ανεπιθύμητες σκέψεις και αναμνήσεις, διψούν να ξημερώσει η Κυριακή για να στήσουν πανηγύρι και ν' αρχίσουνε χορό.

Έχω και μια άλλη φίλη, που της είναι το ίδιο δυσάρεστη αυτή η μέρα, μα δεν μπαίνει στη διαδικασία να βάλει με το νου της όλα αυτά κι απλά συμβιβάζεται με την έμφυτη Κυριακάτικη "νταουνίλα" (έτσι αποκαλεί την κατάσταση που της προκαλεί), τεμπελιάζοντας κατά τη διάρκεια της ημέρας, χαζεύοντας ό,τι φτηνό και ανόητο μπορεί να βάλει η τηλεόραση ή, στην καλύτερη περίπτωση, παίζοντας τάβλι παρέα με φίλους και καφέ. Εκείνο βέβαια που συνηθίζει τελικά τις περισσότερες φορές, είναι να ξαπλώνει (να "αράζει", όπως λέει χαρακτηριστικά) απάνω σ' ένα κρεβάτι ή έναν καναπέ και, όπως η ίδια ισχυρίζεται, να κάνει ταβανοσκόπηση, την οποία θεωρεί ζωτικής σημασίας για τον ανθρώπινο οργανισμό και υποστηρίζει πως ακριβώς αυτός είναι ο ρόλος της Κυριακής και γι' αυτό τη δημιούργησε ο Θεός, όταν έφτιαξε τον κόσμο.

Οι δύο παραπάνω οπτικές του θέματος δεν συγκρούονται μεταξύ τους, κάθε άλλο. Εντούτοις, αποτελούν διαφορετική διαχείριση του ίδιου ζητήματος. Δεν θα μπω στη διαδικασία να τις κρίνω περαιτέρω, προφανώς η δεύτερη είναι η πιο αποδοτική (όσο αποδοτική μπορεί να γίνει μια Κυριακή) και η πρώτη η πλέον πεσιμιστική. Καθώς όμως η ώρα περνά κι η μέρα ετοιμάζεται σιγά σιγά να ρίξει την αυλαία της, δίνοντας τη θέση της στο σούρουπο, η Κυριακάτικη "νταουνίλα" γίνεται ακόμη πιο βαριά κι αβάσταχτη στη πλάτες μου, καθώς οι φίλοι μου δεν έχουνε γυρίσει ακόμη απ' τα χωριά τους (για την ακρίβεια την ώρα που γράφονται ετούτες οι γραμμές, ταξιδεύουν και επιστρέφουν κι αυτοί στη σκατόπολη), το σπίτι μου δεν έχει καφέ και, λόγω της Κυριακάτικης βαρεμάρας, δεν δύναμαι ψυχολογικά να πάω να αγοράσω από τον κυρ-Παναγιώτη, ενώ δεν ξέρω καθόλου καλό τάβλι και, αν παίξω με τον αδερφό μου, εκείνος σίγουρα θα με νικήσει, οπότε τα πράγματα θα χειροτερέψουν.

Κι έρχεται, για να κλείσει ο ανωτέρω προβληματισμός, το εύλογο φιλοσοφικό ερώτημα: ήταν πάντα έτσι οι Κυριακές; Είμαι σίγουρος για την απάντηση, όχι. Οι Κυριακές γίνονται έτσι από τότε που αρχίζει και χάνεται η αθωότητα. Από τότε που ο άνθρωπος καταλαβαίνει τον κόσμο, αντιλαμβάνεται τη ροή του χρόνου και την απαραίτητη κατάτμηση της εβδομάδας σε μέρες. Γιατί σε τελική ανάλυση, μέρα του Θεού ήταν κι αυτή και μάλιστα, η αγαπημένη Του, αφού ύστερα από τόσα (έξι για την ακρίβεια) μεροκάματα, έκατσε να χαλαρώσει κι Αυτός και να θαυμάσει τους κόπους μιας γεμάτης εβδομάδας.

Σήμερα ήταν μακράν η πιο ηλιόλουστη Κυριακή που θυμάμαι, από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο. Ήταν όμως συγχρόνως, πιο άδεια και πιο κενή από ποτέ. Είναι βλέπεις που διάλεξε κι αυτός ο άπιστος (σαν) σήμερα να πιστέψει, λες και το 'κανε επίτηδες, για να πάρει στο λαιμό του όλη την πασχαλιάτικη ξεγνοιασιά και να χαλάσει την όμορφη ανοιξιάτικη εικόνα των προηγούμενων ημερών, επιβεβαιώνοντας το αχώνευτο, άγλυκο, μίζερο και μουντό της τελευταίας μέρας της βδομάδας. Κι όμως, είμαι σχεδόν σίγουρος πως, αν ήσουν εδώ, θα κατόρθωνες να τη γεμίσεις, πως η απόχρωσή της από γκρι-μωβ εύκολα θα γινόταν λευκή-γαλάζια και πως το βάρος της θα έμοιαζε πούπουλο στις πλάτες μου.


Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

+3

Είχα σκοπό να γράψω πάλι για το καθιερωμένο, μελαγχολικό και, όπως πάντα, χλωμιασμένο και μουρτζούφλικο τέλος των πασχαλινών διακοπών.
Να περιγράψω με ύφος γλαφυρό και νοσταλγικό το μακρύ, ατελείωτο και πάντα συννεφιασμένο ταξίδι της επιστροφής.
Να δώσω έμφαση στην απότομη μετάβαση από την ανοιξιάτικη "χαρά Θεού" που επικρατούσε στην άγια και ιερή Ιθάκη με τα χρώματα, τις μυρωδιές και τα αγαπημένα πρόσωπα, πίσω στη μονότονη και το ίδιο πάντα μίζερη σκατόπολη, με τις γκρίζες φιγούρες και τα ψυχρά, άψυχα βλέμματα.
Να διαπιστώσω για άλλη μια φορά την ψευδαίσθηση ότι, φεύγοντας για λίγες μέρες από την κόλαση, άφησα πίσω μου όλα εκείνα που δεν μπόρεσα να λύσω, αφού με το που πατώ ξανά το ποδάρι μου πίσω σε αυτήν, μεμιάς πετάγονται σαν στοιχειωμένα για να μου θυμίσουν τους παράλογα φρενήρεις ρυθμούς και το χρέος του άμεσου συντονισμού μου με αυτούς.

Και όμως, ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ. Μπορεί να διάβασες αυτό που είχα στο νου μου να γράψω, όμως πίστεψέ με, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Εκείνο που υπάρχει μόνο είναι ο δηλωτικός τίτλος τούτης της ανάρτησης ο οποίος αποδεικνύει και με το παραπάνω την αστείρευτη, πηγαία και χειμαρρώδη αγάπη της γιαγιάς που ξέρει πολύ όμορφα, τρυφερά και στοργικά -με μοναδικό τρόπο- να εκφράζει: αρκεί να αποκωδικοποιήσεις κατάλληλα τον υπερτιθέμενο αριθμό.

Επέστρεψα πίσω στη σκατόπολη, 3 kg βαρύτερος...